Μαρίκα Νίνου: ερωτευμένη, πεισματάρα, απαστράπτουσα

Γράφει η Χαραλαμπία Πνευματικού
Μαρίκα Νίνου: ερωτευμένη, πεισματάρα, απαστράπτουσα

Το όνομά της, ιδιαίτερα γνωστό, είναι συνυφασμένο με την ποιοτική ελληνική μουσική σκηνή. Η φωνή της είναι συνδεδεμένη με κάποια απ’ τα πιο αγαπημένα τραγούδια του ελληνικού ρεπερτορίου. Η Μαρίκα Νίνου συνδέθηκε στενά με τον κύκλο του ρεμπέτικου αλλά και του λαϊκού τραγουδιού και παρά την πρόωρη απώλειά της άφησε πίσω της εκτός από κενό δυσαναπλήρωτο και σημεία ανεξίτηλα στο μουσικό στερέωμα.

Για τον καλό ακροατή, δε θα μπορούσε παρά να’ ναι η χαρά του, σαν τραγουδούσε, και για τον άνθρωπο τον μερακλή, τον πονεμένο το κέφι του, η παρηγοριά του, αντίστοιχα.

Γυναίκα πληθωρική, προσωπικότητα ισχυρή και με φωνή που θύμιζε κάτι από θείο βελούδο ήταν επόμενο να μαγέψει το κοινό· ήταν επόμενο να τη λατρέψει μεταξύ άλλων κι ο Βασίλης Τσιτσάνης. Στη φωνή της Μαρίκας , ο Τσιτσάνης αναγνώρισε ομορφιές θεόσταλτες· αρετές που έμελλε, μέσα απ’ τη δουλειά και τη μελέτη, να της παραχωρήσουν γρήγορα, απλόχερα και δίκαια μια θέση δίπλα στο μεγάλο μουσουργό· μια θέση που παρά την αρχικά επαγγελματική χροιά της δεν άργησε να πάρει και θυελλώδεις ερωτικές διαστάσεις. Η μεταξύ τους σχέση δε σημάδεψε μόνο την ψυχή της Μαρίκας, αλλά και τους λάτρεις του ρεμπέτικου, καθώς χάρισε στην ελληνική δισκογραφία ορισμένα πολύτιμα τραγούδια, χιλιοειπωμένα και μπολιασμένα βαθιά στην καρδιά του λαϊκού κοινού.

Μαρίκα Νίνου: ερωτευμένη, πεισματάρα, απαστράπτουσα

Τα πρώτα χρόνια της ζωής της

Όσον αφορά στην καταγωγή της, οι απόψεις διίστανται: άλλοι κάνουν λόγο για μια γυναίκα αρμενικής καταγωγής, ενώ ορισμένοι μιλούν για μια Κωνσταντινουπολίτισσα, άποψη που ευσταθεί αν λάβουμε υπόψη την τσαχπινιά και τη σπιρτάδα που τη χαρακτήριζε. Τα γεγονότα, ωστόσο, μαρτυρούν πως επρόκειτο για Αρμένισσα.

Το πραγματικό της όνομα ήταν Ευαγγελία κι ήταν το γένος Αταμιάν. Λέγεται πως το όνομα αυτό της δόθηκε από το πλοίο Ευαγγελίστρια, που τη μετέφερε μαζί με την οικογένειά της, κατά την τρομερή μικρασιατική καταστροφή του ’22, από τη Σμύρνη στο λιμάνι του Πειραιά. Γεννήθηκε πάνω στο βαπόρι κι όχι με το συνηθισμένο χρώμα των νεογέννητων. Το σώμα της ήταν γεμάτο μελανιές και κανείς δεν πίστευε πως θα κατάφερνε να επιβιώσει. Τι κι αν λίγο πριν είχε γλιτώσει για τα καλά όλη η οικογένεια από τη σφαγή; Οι ελπίδες που την ήθελαν να μεγαλώνει και να γίνεται γυναίκα ήταν λίγες, μα η μικρή, εν τέλει, τις πολλαπλασίασε κι ο καπετάνιος επιτόπου τη βάφτισε Ευαγγελία, «η φέρουσα καλές ειδήσεις» δηλαδή. Και πράγματι! Οι ειδήσεις που έμελλε να φέρει λίγα χρόνια αργότερα η μικρή Ευαγγελία ήταν ανέλπιστα καλές.

Οδός Μεγάρων 50, Κοκκινιά Πειραιάς. Εκεί εγκαταστάθηκε η οικογένεια Αταμιάν: ο πατέρας Οβανές (Γιάννης), η μητέρα Γκιούλα (Τριανταφυλλιά), ο γιος τους Μπαρκέβ κι οι τρεις τους κόρες. Τα χρόνια περνούσαν δύσκολα και φτωχικά. Η οικογένεια αρχικά τα έβγαζε πέρα μόνο με το μεροκάματο του χύτη πατέρα. Αργότερα, προστέθηκε σ’ εκείνο και το μεροκάματο του αδερφού της Ευαγγελίας.

Εφτά χρονών η Βαγγελιώ γράφτηκε για πρώτη φορά στο αρμένικο σχολείο και με προτροπή του δασκάλου της άρχισε να μαθαίνει μαντολίνο. Γρήγορα έγινε μέλος της σχολικής ορχήστρας. Από νωρίς φάνηκε πως διέφερε από τα κορίτσια της ηλικίας της. Δεν ήταν ο προορισμός της ούτε το ράψιμο, ούτε το κέντημα. Για άλλα διψούσε η ψυχή της. Ήταν πλάσμα ναζιάρικο μα κι ατίθασο, πνεύμα ανήσυχο που πρόωρα εκδήλωσε την κλίση της στη μουσική. Τις Κυριακές, με την αδερφή της Κουαρίκ, έψαλλε στη αρμένικη εκκλησία του Αγίου Ιακώβου Κοκκινιάς, ενώ τα βράδια περιπλανούνταν έξω από τα μαγαζάκια της γειτονιάς της που φιλοξενούσαν μουσικούς, παρακολουθούσε όλο το καλλιτεχνικό πρόγραμμα και την επομένη το διηγούνταν στους συμμαθητές της.

Μαρίκα Νίνου: ερωτευμένη, πεισματάρα, απαστράπτουσα

Οι δύο γάμοι

Η Ευαγγελία τελεί δύο γάμους. Ο πρώτος γίνεται το 1939 στην τρυφερή ηλικία των δεκαεπτά ετών κι είναι με προξενιό. Ο σύζυγός της είναι επίσης αρμενικής καταγωγής, ονομάζεται Χάικ Μεσροπιάν κι επαγγέλεται κλειδαράς. Ένα χρόνο αργότερα, έρχεται στον κόσμο ο γιος τους Οβανές.

Οι πηγές μάς αναφέρουν πως το ’43 το ζευγάρι οδηγείται στο χωρισμό. Ο Μεσροπιάν επιστρέφει λίγα χρόνια αργότερα στην πατρίδα του, εγκαταλείπει τον γιο του και χωρίς να έχει πάρει διαζύγιο από την Ευαγγελία παντρεύεται ξανά κι αποκτά άλλα πέντε παιδιά.

Στο μεταξύ, ήδη από το 1944, η Βαγγελιώ έχει γνωρίσει έναν άλλον άνδρα που λίγο αργότερα θα γίνει ο δεύτερός της σύζυγος. Νίκος –Νίνο– Νικολαΐδης. Ακροβάτης στο επάγγελμα. Αρχικά, η Ευαγγελία κάνει χρέη ταμεία, αλλά πολύ γρήγορα δημιουργεί καλλιτεχνικό ζευγάρι μαζί του με το όνομα Ντούο Νίνο κι ύστερα παντρεύονται. Στο σχήμα τους εντάσσουν και τον μικρό Οβανές και μετονομάζονται σε Δυόμισι Νίνο. Αρχίζουν τις περιοδείες σε Πελοπόννησο και Αθήνα. Παράλληλα, η πεθερά της τής δίνει το όνομα Μαρίκα, γιατί της θυμίζει την ηθοποιό Μαρίκα Κοτοπούλη. Το Ευαγγελία ανήκει πια στο παρελθόν.

Μαρίκα Νίνου: ερωτευμένη, πεισματάρα, απαστράπτουσα

Το βάπτισμα του πυρός

Στις περιοδείες της η –πλέον– Μαρίκα, όποτε της δινόταν η ευκαιρία, διάνθιζε το ακροβατικό πρόγραμμα με λαϊκά τραγούδια. Κάποτε, σε μια εμφάνισή της στο Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, έτυχε να βρίσκεται ανάμεσα στο κοινό της ο θεατράνθρωπος και ρεμπέτης Πέτρος Κυριακός. Από τη γνωριμία της μαζί του έμελλε να αλλάξει ριζικά όλη της η ζωή και η πιο μεγάλη της αγάπη, το τραγούδι, να γίνει πλέον η μόνιμη επαγγελματική ασχολία της. Ο Κυριακός τη συνέστησε στο συνθέτη Μανώλη Χιώτη. Έτσι, τον Ιούνιο του 1948 ξεκινά κι επίσημα η καριέρα της Μαρίκας στο τραγούδι. Οι πρώτες ηχογραφήσεις της έφεραν την υπογραφή του μεγάλου αυτού λαϊκού συνθέτη. ‘Ώρες σε κρυφοκοιτάζω’ και ‘θα σου πω το μυστικό μου’ ήταν τα δύο πρώτα τραγούδια που ηχογράφησε.

Η Νίνου, γυναίκα φιλόδοξη καθώς ήταν, ονειρευόταν τη μέρα που θα ανέβαινε στο πάλκο· κι η μέρα αυτή δεν άργησε να έρθει. Στο πάλκο την ανέβασε για πρώτη φορά ο τραγουδιστής Στελλάκης Περπινιάδης. Το πώς γνωρίστηκαν οι δυο τους δεν είναι βέβαιο. Πιθανότατα ο Περπινιάδης τη γνώρισε μέσω των ηχογραφήσεων του Χιώτη.

Το χειμώνα του 1948-1949, η Μαρίκα πιάνει πλέον επαγγελματικά το μικρόφωνο. Οι εμφανίσεις της λαμβάνουν χώρα στο νυχτερινό κέντρο Φλορίδα του Παναγιώτη Μελετά, πλησίον του Πεδίου Άρεως. Τραγουδά με σπουδαία ονόματα της εποχής: Μιχάλη Γενίτσαρη, Λεμονόπουλο, Ανέστο Αθανασίου, Βούλα Δερέμπεη, Απόστολο Χατζηχρήστο, Γιώργο Λαύκα.

Λίγο νωρίτερα, στου Τζίμη του Χοντρού του Δημήτρη Μάρκου, στην οδό Αχαρνών 77, είχε σχηματιστεί κι ένα ακόμη πάλκο, εκείνο του Βασίλη Τσιτσάνη με τη Σωτηρία Μπέλλου. Το εν λόγω σχήμα γρήγορα τροποποιείται. Με την αποχώρηση της Μπέλλου ο Τσιτσάνης ψάχνει για αντικαταστάτρια φωνή. Την φαντάζεται τσαχπίνα και ναζιάρα. Τότε, εντάσσει στο σχήμα του την τραγουδίστρια Ιωάννα Γεωργακοπούλου. Η Γεωργακοπούλου, όμως, δεν ανταποκρίνεται στο πρότυπο που έχει πλάσει στο νου του ο Τσιτσάνης.

Στο μεταξύ, η Μαρίκα Νίνου, απογοητευμένη από το πενιχρό νυχτοκάματο και το ακόμη πιο φτωχό αριθμητικά ρεπερτόριό της αρχίζει να χαλαρώνει τους επαγγελματικούς της δεσμούς με τον Περπινιάδη και το πάλκο του. Έτσι, αναζητά κι αυτή το νέο της μουσικό ταίρι. Έρχεται σε επαφή με τον συνθέτη, στιχουργό κι ερμηνευτή του ρεμπέτικου Γιάννη Παπαϊωάννου και με τον Τσιτσάνη. Για τα γούστα του πρώτου είναι προκλητικά ναζιάρα, ενώ για τον Τσιτσάνη είναι ακριβώς αυτό που ζητά.

Η Μαρίκα αρχίζει τις επισκέψεις στο μαγαζί όπου παίζει ο Τσιτσάνης, ενώ αυτός την ανεβάζει στο πάλκο δίπλα του όλο και πιο συχνά. Την κίνηση αυτή ερμηνεύει απειλητικά η συνεργάτιδά του Ιωάννα.

Η σχέση Τσιτσάνη-Νίνου γίνεται ολοένα και πιο στενή. Ο Τσιτσάνης αρχίζει να τη συμπεριλαμβάνει στις ηχογραφήσεις του. Ηχογραφεί τον ‘Τραυματία’ με πρώτη φωνή τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, ενώ η δεύτερη φωνή ανήκει στη Νίνου. Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό για την ίδια και πεισματάρα καθώς είναι, τον πείθει να ηχογραφήσει εκ νέου και ολομόναχη το ίδιο τραγούδι. Την επόμενη μέρα, η επιθυμία της εκπληρώνεται.

Τον Νοέμβριο του ΄49, στο μουσικό διαγωνισμό του στιχουργού Κώστα Κοφινιώτη οι δυο τους λαμβάνουν συμμετοχή και αποσπούν το πρώτο βραβείο. Ο Τσιτσάνης αρχίζει να γράφει τραγούδια αποκλειστικά για αυτήν και εξακολουθεί να την βάζει να τραγουδά στο νυχτερινό κέντρο όπου εμφανίζεται. Έτσι, ο ιδιοκτήτης του Τζίμη αποφασίζει να την προσλάβει. Η Νίνου γίνεται πλέον και επίσημα το καλλιτεχνικό ταίρι του Τσιτσάνη στις 4 Δεκεμβρίου του 1949, και για τα επόμενα πέντε χρόνια.

Μαρίκα Νίνου: ερωτευμένη, πεισματάρα, απαστράπτουσα

Η δισκογραφία

Ο Τσιτσάνης που έχει διακρίνει ιδιαίτερα χαρίσματα στη φωνή της Νίνου δεν αργεί να της γράψει δικά της τραγούδια. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1949, λοιπόν, γραμμοφωνούν οκτώ τραγούδια, μεταξύ των οποίων τα: ‘πού θα τα βρεις στρωμένα’, ‘για τα μάτια π’ αγαπώ’, ‘η καρδιά σου θα γίνει χρυσή’, ‘κι αν πάθεις και καμιά ζημιά’ κ.ά.

Γρήγορα, όμως, τραγούδια τους της δίνουν κι άλλοι συνθέτες που αναγνωρίζουν το ανεκτίμητο τάλαντο της φωνής της: ο Γιώργος Μητσάκης (‘στα μπουζούκια να με πας’, ‘Βαλεντίνα’, ‘παλαμάκια’ κ.ά.), ξανά ο Χιώτης (‘παράξενη κοπέλα’, ‘έχασα τα μάτια τα ωραία’), ο Χατζηχρήστος (‘η μικρή η καμηλιέρη’), οι Ριτσιαρίδης – Τραϊφόρος (‘η ταμπακιέρα’), ο Στέλιος Κηρομύτης (‘πες μου γιατί άλλαξες’), ο Γιάννης Τατασόπουλος (‘το δέκα το καλό’), ο Σταύρος Τζουανάκος (‘φτάνει που θα μ’ αγαπάει’), ο Μιχάλης Σογιούλ (‘ο μήνας έχει εννιά’) και λοιποί.

Ο Τσιτσάνης εξακολουθεί να συνθέτει τραγούδια για χάρη της Μαρίκας τα οποία η ίδια σφραγίζει με την κρυστάλλινη φωνή της και γίνονται διαχρονικές επιτυχίες. Τέτοια είναι τα ακόλουθα: ‘Σεράχ’, ‘είμαι μια δυστυχισμένη’, ‘τα καβουράκια’, ‘Ζαΐρα’, ‘απόψε κάνεις μπαμ’, ‘παίξτε μπουζούκια’, ‘στο Τούνεζι, στη Μπαρμπαριά’, ‘γεια σου, καΐκι μου Άη Νικόλα’, ‘γεννήθηκα για να πονώ’, ‘τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα;’ κ.ά.

Μαρίκα Νίνου: ερωτευμένη, πεισματάρα, απαστράπτουσα

Ο ‘παράνομος’ έρωτας κι η αποκλειστικότητα

Η σχέση του Τσιτσάνη με τη Νίνου ντύθηκε με τα χρώματα του έρωτα, ήδη από τα 1949. Οι έγγαμοι βίοι και των δύο δεν είναι αρκετοί για να δαμάσουν το φλογερό ερωτικό πάθος που έχει φουντώσει ανάμεσά τους. Ο Τσιτσάνης είναι παντρεμένος με τη Ζωή Σαμαρά, ήδη από το 1942. Από το γάμο του αυτό θα αποκτήσει δυο παιδιά, τη Βικτωρία και τον Κώστα. Η Νίνου, επίσης παντρεμένη. Παρόλα αυτά, βυθίζονται κι οι δυο σε έναν έρωτα με προδιαγεγραμμένο τέλος, σε έναν έρωτα τόσο δυνατό που συχνά τους κάνει να παρασύρονται και να εκδηλώνονται ακόμη και δημόσια. Λέγεται, πως ο Τσιτσάνης από την αρχή είχε ξεκαθαρίσει τη θέση του απέναντι στη Μαρίκα: δεν σκόπευε να διαλύσει την οικογένειά του για χάρη της. Εκείνη φαινόταν ν’ αποδέχεται τη στάση αυτή του μεγάλου συνθέτη και να συμβιβάζεται προκειμένου να βρίσκεται κοντά του ως ερωμένη. Δεν ίσχυε το ίδιο, όμως, και για τη θέση της δίπλα του ως συνεργάτιδα. Εκεί, ήταν ανένδοτη. Η Νίνου ήθελε την αποκλειστικότητα στη δισκογραφία και στο πάλκο του Τσιτσάνη. Ήθελε να γράφει τραγούδια μόνο για εκείνη και γρήγορα κατάφερε να απομακρύνει από δίπλα του σπουδαίες τραγουδίστριες της εποχής, όπως η Σωτηρία Μπέλλου και η Σεβάς Χανούμ. Προσπαθούσε να περνά πολλές ώρες μαζί του μέσω της δουλειάς και να τον στερεί ως εκ τούτου από τα παιδιά και τη γυναίκα του. Πίστευε, εσφαλμένα, πως όσο πιο πολύ τον κρατούσε κοντά της, έστω και επαγγελματικά, τόσο περισσότερο θα μπορούσε να αποκτήσει και την αποκλειστικότητα στην καρδιά του.

Μαρίκα Νίνου: ερωτευμένη, πεισματάρα, απαστράπτουσα

Ο άγριος ξυλοδαρμός

Η Νίνου είχε κατορθώσει να τραβήξει επαγγελματικά τον Τσιτσάνη κοντά της. Δεν επιθυμούσε να έχει καλλιτεχνικά πάρε - δώσε με άλλες τραγουδίστριες. Ήταν απαιτητική κι άκρως διεκδικητική και πιεστική. Μια από τις αξιώσεις της ήταν να σταματήσει ο Τσιτσάνης τη συνεργασία του με τη ρεμπέτισσα Μπέλλου. Το γεγονός αυτό εξόργισε την Μπέλλου η οποία δε σκόπευε να το αφήσει να περάσει έτσι. Δημόσια είχε δηλώσει πως, αν τη συναντούσε ποτέ, θα την ξυλοκοπούσε· δήλωση που δεν άργησε να κάνει πράξη.

Κάποιο βράδυ, η Μπέλλου δέχθηκε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα με το οποίο την ενημέρωναν πως η Νίνου βρισκόταν στο καφενείο του Μάριου, στο κέντρο της πόλης. Η Μπέλλου χωρίς να χάσει χρόνο, έφτασε στο καφενείο κι έδειρε τη Νίνου, η οποία και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για τη χορήγηση πρώτων βοηθειών. Πολλοί αναφέρουν πως το πρόσωπο που πρέπει να τηλεφώνησε εκείνη τη νύχτα στη Μπέλλου ήταν η Χανούμ, που επίσης είχε δυσαρεστηθεί από τη αντιεπαγγελματική στάση της Νίνου.

Μαρίκα Νίνου: ερωτευμένη, πεισματάρα, απαστράπτουσα

‘Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα;’ – το τέλος

Τον Οκτώβριο του 1951, το δίδυμο Τσιτσάνη – Νίνου περιοδεύουν στην Κωνσταντινούπολη. Παρά τις επιτυχημένες εμφανίσεις τους ο έρωτάς τους αρχίζει να ξεθωριάζει· αρχίζουν τα προβλήματα κι οι τσακωμοί. Στην Πόλη, η Νίνου επιδεικτικά κάνει παρέα με παλιούς γνωστούς της, ενώ ο Τσιτσάνης σε μια κρίση ζήλιας συνάπτει ερωτικό δεσμό με μια ντόπια πριγκίπισσα. Τα γεγονότα αυτά σε συνδυασμό με τη γέννηση του δεύτερου παιδιού του Τσιτσάνη ορίζουν και την αρχή του τέλος της παράνομης σχέσης τους.

Από το 1953, παύει οποιοδήποτε είδους επικοινωνία ανάμεσά τους. Αν και μαζί στο ίδιο πάλκο, στου Τζίμη του Χοντρού, οι δυο τους δεν ανταλλάσουν ούτε μια κουβέντα.

Λίγο καιρό αργότερα, το 1954, η Μαρίκα προσβάλλεται από καρκίνο της μήτρας. Ο Βασίλης την τρέχει στους καλύτερους γιατρούς της χώρας και οργανώνει ως και τη θεραπεία που πρέπει να ακολουθήσει στην Αμερική. Τότε, του ζητά να συνδυάσουν τη θεραπεία της με μια περιοδεία στις ΗΠΑ, αλλά αυτός αρνείται να την ακολουθήσει. Ο χωρισμός τους είναι πλέον κάτι παραπάνω από οριστικός.

Μαρίκα Νίνου: ερωτευμένη, πεισματάρα, απαστράπτουσα

Ωστόσο, ο Τσιτσάνης δεν της ζητά ευθέως να χωρίσουν. Αντιθέτως, της γράφει τραγούδι με τον τίτλο ‘τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα;’ Την άνοιξη του 1954, πριν την αναχώρησή της, μπαίνει στο στούντιο για ηχογράφηση χωρίς να γνωρίζει, όμως, το τραγούδι που πρόκειται να ερμηνεύσει. Με το που διαβάζει τους στίχους αντιλαμβάνεται πως έφτασε το τέλος του έρωτά τους, ξεσπά σε κλάματα, φεύγει και επιστρέφει ξανά στο στούντιο για μία και μοναδική ηχογράφηση, στην οποία είναι ολοφάνερα το παράπονο κι οι λυγμοί της.

Τρία χρόνια μετά, η κατάστασή της έχει χειροτερέψει επικίνδυνα. Ο καρκίνος έχει προσβάλει σχεδόν όλον της τον οργανισμό. Επιστρέφει στην Ελλάδα, εργάζεται για μικρό χρονικό διάστημα και φεύγει ξανά, αυτή τη φορά για πάντα, τον Φλεβάρη του 1957, σε ηλικία μόλις 35 ετών.

Ο Τσιτσάνης δε θα παρευρεθεί στη νεκρώσιμη ακολουθία της. Θα τη συναντήσει μόνο μια φορά ένα χρόνο νωρίτερα για να την ακούσει να του λέει: ‘σαν άστρο εβασίλεψα…’! Οι τελευταίες της λέξεις θα αποτελέσουν το αργοπορημένο αντίο του Τσιτσάνη: τους πρώτους στίχους ενός ακόμα τραγουδιού που θα γράψει για τη Μαρίκα με τον τίτλο ‘θέλω να είναι Κυριακή.’ Τη συγγνώμη του αυτήν προς τη Μαρίκα θα αποδώσει ερμηνευτικά η τραγουδίστρια Καίτη Γκρέυ.

MORE STORIES FROM PEOPLE